Το Στρίψιμο της Βίδας του Χένρυ Τζέημς (1843-1916) είναι ένα από τα διασημότερα έργα του συγγραφέα και ταυτόχρονα ένα από τα θαυμαστότερα κείμενα της φανταστικής λογοτεχνίας. Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1898. Σχολιάζει ο Julian Green:« Αριστούργημα της υπαινικτικότητας. Ή
δεξιοτεχνία είναι τόσο ευρηματική πού παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Το μυστικό πού συνδέει τον Κουιντ με τον Μάιλς ή τη Φλώρα με τη Μις Τζέσελ, γίνεται τρομακτικότερο με το να μην εκφράζεται ξεκάθαρα».
Ό Αμερικανός συγγραφέας ζει στο Σάσσεξ της Αγγλίας όταν αποφασίζει να μετατρέψει σε εκτενή νουβέλα μια ιστορία παράξενη και φανταστική πού του διηγήθηκε ό αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρυ, μια Ιστορία παιδιών πού το στοιχειώνουν νεκροί υπηρέτες. Ή αφηγήτρια στο έργο είναι ή γκουβερνάντα δύο παιδιών, του Μάιλς και τής Φλώρας. Το θέμα πού τίθεται σχετικά με την παρουσία των φαντασμάτων είναι ή πραγματικότητα των γεγονότων ή η τρέλα τής αφηγήτριας.
Το διφορούμενο παίζεται, στο Στρίψιμο τής βίδας, ανάμεσα στην πραγματικότητα και την ψευδαίσθηση του υπερφυσικού. Ίσως είναι το κείμενο πού ταιριάζει περισσότερο στον ορισμό του Τσβέταν Τοντόροφ σχετικό με τη φανταστική λογοτεχνία, πού βασίζεται στην ταλάντευση ανάμεσα στην απόδειξη του υπερφυσικού και την εξήγηση του.
Οπως λέει ό Χένρυ Τζέημς, « υπάρχουν σκοτεινά σημεία πού πρέπει να φωτιστούν. Άλλα είναι ένα ουσιαστικό σκοτεινό σημείο πού ανήκει στο έργο καθεαυτό. Κι αυτό, χωρίς να καταργείται, πρέπει να το γευτεί ό αναγνώστης με την ανησυχητική γοητεία του. Δεν φωτίζουμε το κιάρο-σκούρο, πού θα είχε σαν αποτέλεσμα τη διάλυση του, πρέπει να αρκεστούμε στην απόλαυση πού μας προσφέρει»